Category Archives: Ιστορία

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ. Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

του Μάκη Μαΐλη

Α. ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Τον Απρίλη συμπληρώθηκαν 68 χρόνια από τότε που συγκροτήθηκε η πρώτη από τις τρεις κατοχικές κυβερνήσεις της περιόδου 1941-1944, γνωστές και ως κυβερνήσεις των δωσίλογων. Ως πολιτικό φαινόμενο ήταν πρωτοφανές στην ιστορία της καπιταλιστικής Ελλάδας και όχι μόνο αυτής.

Οι κατοχικές κυβερνήσεις, σε συνθήκες σιδερένιας κυριαρχίας στρατευμάτων τριών κρατών (Γερμανίας – Ιταλίας – Βουλγαρίας), αποτελούν ένα από τα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας, που η αστική τάξη προτίμησε να κρατήσει κλειστό, μη τολμώντας να το εισαγάγει στα σχολικά βιβλία ή να το προβάλει στα ποικιλώνυμα δημοσιογραφικά και άλλα έντυπα που κατέχει. Το κεφάλαιο «κυβερνήσεις της Κατοχής» απουσιάζει και από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ιστορικού περιεχομένου, ας πέρασαν από τότε περισσότερα από δύο τρίτα του αιώνα. Ο λόγος της αποσιώπησης είναι προφανής και ισχύει για πολλά ιστορικά γεγονότα που η αστική πολιτική και ιστοριογραφία θεωρούν ταξικά ασύμφορα. Και δεν είναι μόνο ότι τα αποσιωπούν. Το κυριότερο είναι ότι δείχνουν και να τα αποποιούνται, αν και αυτό αποτελεί μόνο την επίπλαστη επιφάνεια.

Το γεγονός έγινε πολύ πιο φανερό από την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1974, μέχρι σήμερα. Η περίοδος «της καλύτερης δημοκρατίας» σε ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κράτους -όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν τα αστικά κόμματα- υποχρέωσε την αστική τάξη και τα κόμματά της να ρίξουν στη «λήθη» κάθε γεγονός που έχει στιγματιστεί οριστικά και αμετάκλητα, όπως είναι τα έργα και οι ημέρες των κατοχικών κυβερνήσεων, συνώνυμων της προδοσίας. Μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, με σποραδικές αλλά συχνές αναφορές, υπενθύμιζε και χρέωνε αποκλειστικά στη λεγόμενη «δεξιά» τα έργα και τις ημέρες εκείνων των κυβερνήσεων, στο πλαίσιο συντήρησης του σχήματος «δεξιά – αντιδεξιά», με στόχο να κτυπήσει το ΚΚΕ από «αριστερά». Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στιγμάτιζε με αυτό τον τρόπο την ηγεσία της ΝΔ, για να δείξει ότι εξέφραζε τη συνέχεια εκείνου του κράτους, της δεξιάς, όπως το έλεγε. Βεβαίως αποσιωπούσε το ρόλο των δικών της πολιτικών προγόνων.

Από την άλλη, το 1974 τερματίστηκε η φάση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που είχε στο επίκεντρό της το δίπολο «εθνοπροδοσία – πατριωτισμός», το οποίο αποβλήθηκε από το πολιτικό σκηνικό. Ετσι απαιτούσαν τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στις συνειδήσεις πλατιών μαζών μέσα στη δικτατορία και κυρίως εκφράστηκαν μετά από αυτήν, όπως η αισθητή υποχώρηση του ακραίου αντικομμουνισμού, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού. Ακόμα και η ηγεσία του ΛΑ.Ο.Σ., η οποία διακρίνεται στον ειδικό ρόλο που συνδυάζει τον αντικομμουνισμό με το λαϊκίστικο εθνικισμό, αποφεύγει τις νύξεις υπέρ εκείνων των κυβερνήσεων, παρότι με αυτό τον τρόπο επιχειρεί προφανή πολιτικό ελιγμό.

Παράλληλα και ταυτόχρονα, το δίπολο «εθνοπροδοσία – πατριωτισμός», ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ, είχε βγει λίγο-λίγο από το ιδεολογικό του οπλοστάσιο -όχι βεβαίως και από τις αναφορές και αναλύσεις του για τα κατοχικά χρόνια- και αντικαταστάθηκε στην πολιτική δράση από την αντίθεση «με τα μονοπώλια ή με το λαό», ενώ με νεότερες ιστοριογραφικές επεξεργασίες γεγονότων του 20ού αιώνα, το ΚΚΕ όχι μόνο δεν άφησε στο χώρο της λήθης εκείνες τις εξελίξεις, αλλά και επιχείρησε μία διαφορετική από το παρελθόν προσέγγιση των κατοχικών χρόνων, αποτέλεσμα της συσσωρευμένης θετικής και αρνητικής εμπειρίας που συνθέτει την ηρωική διαδρομή του ΚΚΕ.

Από τη σκοπιά των αστικών συμφερόντων, ήταν σωστή ή λαθεμένη η επιλογή να συγκροτηθούν οι κατοχικές κυβερνήσεις; Αυτό είναι το κύριο ερώτημα που αρχικά οφείλεται να τεθεί, πριν από την ιστορική τους αποτίμηση.

Στη διάρκεια της δίκης των δωσίλογων στην Αθήνα, που άρχισε στις 21 του Φλεβάρη 1945 και στην οποία κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου πρωτοκλασάτοι των δωσιλογικών κυβερνήσεων, προβλήθηκε η άποψη ότι έπρεπε τα πολιτικά πρόσωπα να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση και τη θέση τους να πάρουν δημόσιοι υπάλληλοι με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Αν και στις κατοχικές κυβερνήσεις δε συμμετείχαν μόνο άτομα με αμιγώς πολιτική θητεία, αλλά και στρατιωτικοί και καθηγητές και άλλοι, όσοι υποστήριξαν αυτή την άποψη, στην πραγματικότητα απλώς δημαγωγούσαν. Επεδίωκαν να αθωώσουν τον αστικό πολιτικό κόσμο και να αποδώσουν τη δωσιλογική στάση σε κάποιους επίορκους, ενώ παραγνώριζαν συνειδητά και μόνο στα λόγια τις ανάγκες της εγχώριας πλουτοκρατίας, την οποία υποστήριξαν όλοι οι ηγετικοί παράγοντες του αστικού πολιτικού κόσμου. Στα λόγια μόνο, διότι επί της ουσίας και οι κατήγοροι δέχονταν την ανάγκη να υπάρχει ελληνική κυβέρνηση, αλλά διαφωνούσαν εκ των υστέρων στη σύνθεση που θα έπρεπε να έχει αυτή.

Επομένως ο Ι. Δ. Ράλλης σωστά χαρακτήρισε «βυζαντινάς συζητήσεις αναξίας ανασκευής»1, τα όσα σχετικά πρόβαλλαν οι κατήγοροί του στη δίκη των δωσιλόγων. Εκτός τόπου και χρόνου ήταν για τα αστικά συμφέροντα και ο ισχυρισμός: «Ας μην εσχηματίζετο ουδεμία Κυβέρνησις»2. Ετσι ή αλλιώς κάποια κυβέρνηση θα σχηματιζόταν. Ακόμα και στις συνθήκες της απόλυτης ξένης κατοχής υπάρχει η ανάγκη συμμετοχής εκπροσώπων της εγχώριας αστικής τάξης στη διαχείριση στοιχειωδών υποθέσεων.

Διάφοροι ιστοριογράφοι εμφανίζουν ως παραδοξότητα το γεγονός ότι η αστική τάξη επιδίωξε τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια του κράτους της, αλλά και να ενσωματώσει το κατοχικό στις μεταπολεμικές κρατικές δομές, παρότι αυτό ακριβώς υποστήριξε ο Ι. Ράλλης, όπως και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, ο πρώτος για τις συνθήκες της κατοχικής Ελλάδας και ο δεύτερος στις συνθήκες της Μέσης Ανατολής, αναφερόμενος ωστόσο στην Ελλάδα. Και το ερμηνεύουν ως παραδοξότητα, επειδή κατά τη γνώμη τους οι δομές του κατοχικού κράτους ήταν ασύμβατες με εκείνες της απελευθερωμένης από το ναζισμό – φασισμό Ελλάδας.

Καμία παραδοξότητα. Οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην αστική τάξη της κατοχής και της αστικής τάξης της κατεχόμενης χώρας αμβλύνονται μπροστά στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Αποδείχτηκε ότι οι αστοί το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

10 Ιούλη 1940: Οι «απόλυτες εξουσίες» του στρατάρχη Πεταίν και η Σοσιαλιστική Διεθνής

Του Γιώργου Μαργαρίτη*

Ο Ιούλιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο μήνας της σοσιαλδημοκρατίας. Πραγματικά το πολιτικό αυτό κίνημα που επικάθησε ρεφορμιστικά πάνω στο δυναμικό εργατικό κίνημα των βιομηχανικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα, πήρε, μήνα Ιούλιο πάντοτε, τις δύο σημαντικές αποφάσεις που σφράγισαν την ιστορική του πορεία και αποκάλυψαν, πέρα από την όποια αμφιβολία, τον πραγματικό χαρακτήρα του.

Η πρώτη περίσταση είναι γνωστή: τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου 1914, όταν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έσερναν την Ευρώπη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοσιαλδημοκρατία της Β’ Εργατικής Διεθνούς, ισχυρή και σε πολλά κράτη κυρίαρχη κοινοβουλευτική πολιτική δύναμη, βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα του να αποδεχθεί ή μη την ψήφιση των «κονδυλίων πολέμου», δηλαδή των ειδικών οικονομικών μέτρων που θα επέτρεπαν την χρηματοδότηση του πολέμου και άρα την πραγματοποίησή του. Ως τότε η Σοσιαλδημοκρατία παρουσιαζόταν ως ο βασικός υπέρμαχος της ειρήνης και διακήρυσσε επίμονα την πρόθεσή της να αντιταχθεί στην όποια πολεμική εμπλοκή στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τα λόγια της όμως αποδείχθηκαν ψεύτικα και παραπλανητικά. Με μια εντυπωσιακή μεταστροφή θέσεων και λόγων, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ψήφισαν ομόθυμα τα πολεμικά κονδύλια -την χρηματοδότηση του πολέμου με έκτακτα μέτρα- και στις δύο πλευρές των αντίπαλων συνασπισμών.

Πολύ λίγοι ήσαν εκείνοι που αντιτάχθηκαν στην μεταστροφή αυτή και στην απόλυτη υποταγή του σοσιαλιστικού κινήματος στις πολεμόχαρες επιταγές του μονοπωλιακού, ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Ελάχιστοι αντιτάχθηκαν από αξιοπρέπεια, ο Ζαν Ζωρρές ανάμεσά τους. Άλλοι, λίγοι και αυτοί, αντιτάχθηκαν από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων καθώς διέγνωσαν ότι στις νέες συνθήκες οι εργάτες της Ευρώπης εκτός από το προϊόν του μόχθου τους θα έπρεπε πλέον να καταθέτουν στα πόδια των καπιταλιστών και το αίμα τους, και τη ζωή τους. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι ήταν ανάμεσα στους δεύτερους και από αυτούς θα ξεκινούσε λίγο αργότερα η πολιτική αναγέννηση του εργατικού κινήματος: ο Κομμουνισμός.

Η δεύτερη όμως εντυπωσιακή μεταστροφή των σοσιαλδημοκρατών είναι λιγώτερο γνωστή και, στις ημέρες μας, σχεδόν ξεχασμένη. Και αυτή, όπως και η πρώτη, έγινε μέσα στο γενικώτερο πλαίσιο ενός παγκοσμίου πολέμου. Πραγματικά, στις συνθήκες ενός πολέμου οι ισχυροί του πλούτου και του αστικού πολιτικού συστήματος έχουν ανάγκη από όλες τις εφεδρείες τους -προφανώς και τις σοσιαλδημοκρατικές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Παραμένει ηθικά και πολιτικά νικητής

Με αφορμή τη λήξη του εμφυλίου, 29 Αυγούστου 1949, επανέρχονται στο προσκήνιο – ενισχυμένες, μάλιστα, ώστε να υπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες της αστικής τάξης – διάφορες θεωρίες που ξορκίζουν τον εμφύλιο. Αυτή η προπαγάνδα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των τεράστιων δυσκολιών διαχείρισής της από το αστικό πολιτικό σύστημα, στελέχη των αστικών κομμάτων, διάφοροι δήθεν ιστορικοί, δημοσιολόγοι, άλλα αστικά επιτελεία οξύνουν την προπαγάνδα κατασυκοφάντησης της επαναστατικής πάλης της περιόδου του εμφυλίου, ενώ η Χρυσή Αυγή, άλλοι εθνικιστές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του χυδαίου αντικομμουνισμού, αξιοποιώντας τη συγκεκριμένη περίοδο, όπως η πρόσφατη αθλιότητα στη Βουλή, με το: «Στο Βίτσι και στο Γράμμο, σας θάψαμε στην άμμο».
Κι όμως, ο εμφύλιος και εδώ και αλλού δεν ήταν ποτέ τίποτα λιγότερο από την εξέλιξη της ίδιας της ταξικής πάλης όπως εκφράζεται στον ανώτατο βαθμό της.
Η αστική τάξη στη χώρα μας ξορκίζει τον εμφύλιο γιατί γνωρίζει πως ενώ ο ΔΣΕ ηττήθηκε στρατιωτικά, στο πέρασμα του χρόνου παραμένει ηθικά και πολιτικά νικητής.
Ξορκίζουν, επίσης, τον εμφύλιο και για έναν ειδικό λόγο. Γιατί ο αγώνας του ΔΣΕ, ανεξάρτητα από την έκβασή του, λόγω του συσχετισμού των δυνάμεων, αποτέλεσε και αποτελεί ως σήμερα την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Το αστικό κράτος γνώρισε τον πιο μεγάλο μέχρι σήμερα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξή του.
Η ουσία της ταξικής πάλης
Η κυρίαρχη άποψη και φιλολογία ξορκίζει τον εμφύλιο ως ειδεχθές έγκλημα, ως παραβίαση της νομιμότητας και της εθνικής ενότητας. Η άποψη αυτή δεν πατάει στα πόδια της επιστημονικά. Σ’ όλο τον κόσμο ο εμφύλιος πόλεμος ποτέ δεν εκδηλώθηκε ως ένα προαποφασισμένο σχέδιο. Ηταν αντικειμενική φυσιολογική εξέλιξη της σύγκρουσης ανάμεσα σε ριζικά αντιτιθέμενα κοινωνικά, ταξικά συμφέροντα. Που έφτανε στην εμφύλια σύρραξη όταν η ταξική πάλη κορυφωνόταν στον ανώτατο βαθμό της. Ο εμφύλιος πόλεμος, όσο κι αν ξορκίζεται, είναι έκφραση, είναι μέρος, στοιχείο, η ουσία της ταξικής πάλης. Είναι η κορύφωση της ταξικής πάλης, ανεξάρτητα από τις μορφές που μπορεί να πάρει. Συνήθως ένοπλες. Στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, η σύγκρουση με την αστική τάξη, με τους θεσμούς της εξουσίας της, εξαιτίας της αντιλαϊκής πολιτικής, είναι καθημερινή και οξύτατη. Το παρατηρούμε ειδικά σήμερα που η οικονομική κρίση μαίνεται. Το κεφάλαιο επιχειρεί να φορτώσει, με την απειλή της πείνας και του τρόμου, όλες τις συνέπειες της κρίσης στην εργατική τάξη. Από την πλευρά της αστικής τάξης είναι ένας ανελέητος πόλεμος. Είναι, ταυτόχρονα, συγκαλυμμένος με το μανδύα της συναίνεσης, δηλαδή της υποταγής της εργατικής τάξης στους σχεδιασμούς των επιτελείων του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός δε γνωρίζει έλεος απέναντι στην εργατική τάξη μπροστά στο κέρδος. Είτε σε φάση ανάπτυξης είτε σε φάση διακοπής της διευρυμένης καπιταλιστικής παραγωγής. Η εργατική τάξη δεν μπορεί, εφόσον δε θέλει να φτάσει σε ζωώδη κατάσταση, παρά να αντισταθεί. Δεν μπορεί να συμβιβαστεί, πολύ περισσότερο όταν η εποχή μας μπορεί να δώσει άμεσες και ουσιαστικές λύσεις και απαντήσεις στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Πώς θα λυθεί αυτή η αντίθεση; Πώς θα εξαλειφθεί αυτό το φαινόμενο, όπως το λέει ο λαός μας, οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι; Πώς θα εξαλειφθούν οριστικά οι κρίσεις; Δεν υπάρχει άλλη λύση από την κατάργηση της κύριας αιτίας. Της ατομικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την κοινωνική επανάσταση, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η λαϊκή εξέγερση με στόχο την εξουσία είναι αναπόφευκτη. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Είναι εξέλιξη αναγκαία και δυνατή. Ωριμάζει μέσα στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, που δεν καταργείται, δεν αναστέλλεται. Η έκβαση, η νίκη της εξαρτάται και από ένα σύνολο παραγόντων, με καθοριστικό παράγοντα την ετοιμότητα και ωριμότητα του εργατικού κινήματος και της πρωτοπορίας του. Ούτε η εργατική τάξη μπορεί να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής, ούτε η κυρίαρχη τάξη από τα προνόμιά της. Είναι θέμα συσχετισμών. Είναι θέμα ωρίμανσης των συνθηκών για ριζικές αλλαγές, με κυρίαρχο στοιχείο τη συνειδητή θέληση και απόφαση της πλειοψηφίας του λαού. Η εργατική τάξη έχει συμφέρον να εξελιχθεί αυτή η πάλη ομαλά και αναίμακτα. Η αστική τάξη δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Η Ιστορία διδάσκει ότι η άρχουσα τάξη δεν παραιτείται από την εξουσία της ούτε στο μνήμα της. Να, η βασική αιτία των εμφυλίων, της οξύτατης ταξικής σύγκρουσης. Είναι η βίαιη, με όλα τα μέσα, υπεράσπιση της εξουσίας της που τη θεωρεί αιώνια και απαραβίαστη και όταν ακόμα έχει πολιτικά ηττηθεί. Οπως έγινε στην Ελλάδα, όπως έγινε χαρακτηριστικά στη Χιλή κι αλλού. Ο εξορκισμός, λοιπόν, των εμφυλίων, της ταξικής πάλης, είναι το σκιάχτρο της άρχουσας τάξης για την υποταγή του εργατικού και λαϊκού κινήματος σε αιώνια σκλαβιά. Και θα ήταν ασυγχώρητη αφέλεια και αισχρή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης η αποδοχή αυτής της θεωρίας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οταν οι αστοί βγάζουν συμπεράσματα από την Ιστορία

Του Κώστα ΣΚΟΛΑΡΙΚΟΥ
Στην εφημερίδα «Τα Νέα» της 8ης Ιουλίου, παρουσιάστηκε ένα άρθρο του Γιώργου Ρωμαίου με τίτλο «Πώς ο Εμφύλιος οδήγησε σε κυβέρνηση Δεξιάς και Κέντρου». Πηγή έμπνευσης για το συγγραφέα αποτέλεσε – όπως φαίνεται – ένα άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη στην ίδια εφημερίδα στις 25 Ιουνίου, όπου υπογράμμιζε τη σημασία της συγκυβέρνησης Φιλελευθέρων – Λαϊκού Κόμματος, το Σεπτέμβρη του 1947 για την επιτυχή έκβαση – για την αστική τάξη εννοείται – του ταξικού εμφυλίου 1946 – 1949.

Τα δύο συγκεκριμένα άρθρα αποδεικνύουν, για πολλοστή φορά, πως η μελέτη της Ιστορίας αφορά περισσότερο την παρούσα τοποθέτηση και τους μελλοντικούς σχεδιασμούς των μελετητών της, παρά τις ιστορικές τους αναζητήσεις. Σε αυτό το σημείο έγκειται, εξάλλου, η σημασία και η σπουδαιότητα της μελέτης της, όταν τηρούνται οι ιστορικές αναλογίες και κατανοούνται οι διαφοροποιήσεις των αντικειμενικών συνθηκών.

Φυσικά, η τοποθέτηση του ερευνητή αφορά πρωτίστως τη θέση που λαμβάνει στην ταξική πάλη και συνεπώς το ταξικό πρίσμα μέσω του οποίου επιλέγει να αποτιμά τα ιστορικά γεγονότα. Με αυτή την έννοια, στον καπιταλισμό, όπως και σε κάθε ταξικό οικονομικοκοινωνικό σχηματισμό, δεν μπορεί να υπάρξει μια αντικειμενική Ιστορία, διότι δεν είναι δυνατόν οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι να εξάγουν αμοιβαίως επωφελή συμπεράσματα από τη μελέτη της Ιστορίας. Αντικειμενικά, η ήττα του ενός είναι η νίκη του άλλου!

Εν προκειμένω, ο Γιώργος Ρωμαίος εξετάζει το διάστημα της μεγαλύτερης αποσταθεροποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή την περίοδο 1946 – 1949 που σημαδεύτηκε από την ένοπλη αντιπαράθεση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) με το αστικό κράτος και με τον αγγλικό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Μιλώντας γι’ αυτή την εποχή, από τη σκοπιά των συμφερόντων της αστικής τάξης, παρουσίασε λίγο ως πολύ την αδυναμία σταθεροποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος ως το μεγαλύτερο κίνδυνο της εποχής. Γι’ αυτό, στη συνέχεια προέβαλε τη συγκυβέρνηση Φιλελευθέρων – Λαϊκού Κόμματος (Κέντρου – Δεξιάς), που αποσκοπούσε να διασώσει το αστικό πολιτικό σύστημα υπό τις «ευλογίες» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ως θετικό παράδειγμα, από το οποίο θα πρέπει να διδαχθούν σήμερα οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και να παραμερίσουν τις όποιες διαφορές τους. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι κυβερνήσεις της Κατοχής και τα «Τάγματα Ασφαλείας»

Η στρατηγική υπεράσπισης του καπιταλισμού από φασίστες – δημοκράτες – Αγγλία – Γερμανία, με επίθεση κατά του λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ 
Οι αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης, ακόμα και τις φορές που γίνονται οξύτατες φτάνοντας μέχρι και την ένοπλη σύγκρουση, ακόμα και τότε, δεν είναι δυνατό να αναιρέσουν τη στάση του συνόλου της αστικής τάξης και των κομμάτων της απέναντι στην εργατική τάξη και στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Οτι, δηλαδή, ταυτόχρονα με τη μεταξύ τους διαπάλη, το κοινό τους μέλημα είναι η περιφρούρηση και διατήρηση της αστικής εξουσίας. Παρά τις διαφορές τους στην τακτική, ο βασικός στόχος παραμένει αμετάθετος.

Ως προς αυτό το τελευταίο, η στάση των αστικών δυνάμεων έναντι των κατοχικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα (1941 – 1944) είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές. Και, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, είναι συγκρίσιμη με τη σημερινή κατάσταση. Οχι βεβαίως επειδή υπάρχει κατοχή στην Ελλάδα, όπως ισχυρίζονται δημαγωγικά και αντιεπιστημονικά αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα. Αλλά επειδή η κρατική καταστολή ενισχύεται και με αφορμή την άνοδο της επιρροής της φασιστικής Χρυσής Αυγής, ενώ το αστικό πολιτικό σύστημα, που αντιμετωπίζει δυσκολίες στην απρόσκοπτη λειτουργία του, αναμορφώνεται, προκειμένου να ενσωματώσει σταθερά τις λαϊκές δυνάμεις.

Η απόφαση για τη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας» πάρθηκε αμέσως μετά από το σχηματισμό της κυβέρνησης του Ι. Δ. Ράλλη, τον Απρίλη του 1943. Εξάλλου, αποτελούσε όρο του, προκειμένου να αναλάβει την πρωθυπουργία. Στις 18 Ιούνη του 1943 δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» ο νόμος 260/1943 «Περί συγκροτήσεως τεσσάρων ευζωνικών τμημάτων». Και το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου άρχισε η συγκρότησή τους στην Αθήνα, η οποία ολοκληρώθηκε στα τέλη του Δεκέμβρη. Στη συνέχεια «Τάγματα Ασφαλείας» δημιουργήθηκαν στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, στη Δυτική Στερεά, στην Ηπειρο, στη Θεσσαλία και σε Θεσσαλονίκη – Μακεδονία.

 

Ανακοίνωση – διαταγή του αρχηγού των Ταγμ. Ασφαλείας, στο πρωτοσέλιδο του «ΒΗΜΑΤΟΣ»

Από την άποψη των διεθνών και των εσωτερικών συνθηκών, έχει μεγάλη σημασία ο χρόνος, κατά τον οποίο συγκροτήθηκαν τα «Τάγματα Ασφαλείας». Οι βασικές παράμετροι των εξελίξεων ήταν οι εξής:

1. Η στροφή που σημειώθηκε τότε στην πορεία του πολέμου, με τη μεγαλειώδη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί του γερμανικού στο Στάλινγκραντ (Φλεβάρης 1943). Η στροφή έγινε αμετάστρεπτη μετά και από τη συντριβή των γερμανικών στρατευμάτων στο Κουρσκ (Αύγουστος 1943). Από το Στάλινγκραντ και στη συνέχεια τέθηκε πιο ανάγλυφα επί τάπητος το ζήτημα των μεταπολεμικών εξελίξεων σε σειρά καπιταλιστικών χωρών, υποχρεώνοντας να πάρουν τα ανάλογα μέτρα η αστική τάξη και τα κόμματά της, καθώς και οι ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην αντιχιτλερική συμμαχία (ΗΠΑ, Αγγλία). Μεγάλης σημασίας ήταν η περίπτωση της Ελλάδας, λόγω της δεσπόζουσας γεωπολιτικής θέσης της.

Εκείνο το διάστημα κατέρρευσε και η γερμανο-ιταλική συμμαχία, αφού η μουσολινική Ιταλία υποχρεώθηκε σε συνθηκολόγηση (8 Σεπτέμβρη 1943).

2. Η στροφή στην πορεία του πολέμου επέδρασε σημαντικά στην ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος, διαμόρφωσε προϋποθέσεις ένοπλης αντίστασης με στήριγμα την πλατιά μαζική πάλη, ενώ συνέτριψε το μύθο για το «αήττητο της Γερμανίας». Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη διαδήλωση στην Αθήνα (5 Μάρτη 1943) που ματαίωσε την επιστράτευση Ελλήνων εργαζομένων, τους οποίους προόριζαν να πολεμήσουν κατά του Κόκκινου Στρατού. Η ορμητική άνοδος της λαϊκής πάλης και του ΚΚΕ ήταν επαρκείς λόγοι για τη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας».

Ως προς το τελευταίο, ο πρωτεργάτης (μαζί με τους Πάγκαλο, Γονατά και Βουλπιώτη) της ίδρυσής τους Ι. Δ. Ράλλης υπήρξε αποκαλυπτικός:

«…Διότι εμφανώς πλέον έβλεπον τας προθέσεις του ΕΑΜ και εθεώρουν (η Χωροφυλακή είχε υποστεί κάπως την επίδρασιν των κομμουνιστών κατά ένα μέρος) ότι ήτο απαραίτητος ανάγκη να υπάρχουν τμήματα απολύτως εθνικιστικά δυνάμενα να αντιπαλαίσουν κατά των καταχθονίων σχεδίων του κομμουνισμού και να αναλάβουν την προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού μας καθεστώτος»1.Και σε άλλο σημείο:

«Επρεπε το κράτος να παρασκευασθή διά την άμυνάν του, εάν ήθελε να ζήση»2.

Ο Κομνηνός Πυρομάγλου χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Ράλλη ως εξής:

«…Η κυβέρνησις Ι. Ράλλη είναι, εις τας παραμονάς της απελευθερώσεως της Ελλάδος, η πρώτη «Δυτικοσυμμαχική» Κυβέρνησις εις την Ελλάδα (…). Συνεπώς, η κυβέρνησις Ράλλη και τα Τάγματα Ασφαλείας δεν είναι απλώς μία Κατοχική Κυβέρνησις, αλλά προ παντός, η «Τρίτη Δύναμις», η δυναμική εμφάνισις των Παλαιών Κομμάτων, η διεκδικούσα εθνική και πολιτική δύναμις την Εξουσίαν μετά την απελευθέρωσιν»3.

Και ο Κρις Γουντχάουζ, αρχηγός της εγγλέζικης αποστολής στα ελληνικά βουνά μετά από την αποχώρηση του Εντι Μάγιερς:

«Ο Ράλλης έβλεπε τα Τάγματα Ασφαλείας ως μία γέφυρα διά το πέρασμα της Ελλάδος από της γερμανικής κατοχής εις την απελευθέρωσίν της υπό των συμμάχων, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα χάος»4.

Ο ρόλος των Εγγλέζων

Βεβαίως, από την πλευρά τους έβαλαν και οι Εγγλέζοι σε εφαρμογή την αναπροσαρμοσμένη – λόγω των εξελίξεων – τακτική τους.

  • Στις 29 Αυγούστου 1943 ο ιντελιτζενσερβίτης ταγματάρχης Ντ. Γουάλας, που δρούσε στα ελληνικά βουνά, παρέδωσε έκθεση στον Ρέτζιναλντ Λίπερ (πρέσβη της Αγγλίας στο Κάιρο) σχετικά με τη νέα κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει η εγγλέζικη τακτική απέναντι στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Η αναφορά του Γουάλας έγινε δεκτή από την κυβέρνηση της Αγγλίας: «Ελπίζω ότι πέτυχα να δείξω τους σοβαρούς κινδύνους που εγκυμονεί η σημερινή πολιτική μας της υποστήριξης του ΕΑΜ…»5.
  • Στις 8 του Οκτώβρη 1943 ήρθε στην Αθήνα ο Νεοζηλανδός λοχαγός Ντον Στοτ. Πήρε μέρος σε σύσκεψη, την οποία οργάνωσε ο κατοχικός δήμαρχος Αγγελος Γεωργάτος. Πήραν μέρος επίσης ο Γ. Βεντήρης (βασιλικός), ο Παπαθανασόπουλος (ΕΔΕΣ), ο Γ. Γρίβας (αρχηγός της «Χ») και άλλοι, οι οποίοι υπέγραψαν σύμφωνο αντικομμουνιστικής δράσης. Το θέμα αφορούσε την κατάληψη της εξουσίας, μόλις οι Γερμανοί θα έφευγαν από την Ελλάδα6.
  • Σημειωτέον ότι λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Οκτώβρη 1943, είχαν γενικευτεί οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ηπειρο ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ. Το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ) διέκοψε τη βοήθεια προς τον ΕΛΑΣ και την αύξησε προς τον Ζέρβα (ΕΔΕΣ).
Οι «αφανείς» συνεργοί των κατοχικών κυβερνήσεων

Η αποχώρηση των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής από την Ελλάδα δημιούργησε ένα κενό που έπρεπε να καλυφθεί. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να αρθούν οι όποιες εναπομείνασες επιφυλάξεις των Γερμανών. Οι γερμανικές επιφυλάξεις ήταν δικαιολογημένες και στηρίζονταν στη βάσιμη αμφιβολία τους, αν τα «Τάγματα Ασφαλείας» θα παρέμεναν μέχρι τέλους στο πλευρό τους ή αν θα τάσσονταν κάποια στιγμή στο πλευρό των Εγγλέζων. Ας σημειωθεί ότι η γερμανική και η ιταλική διοίκηση είχαν απαγορεύσει στην κυβέρνηση Τσολάκογλου τη δημιουργία ταγμάτων. Εγραψε σχετικά ο Γ. Τσολάκογλου:

«Η δευτέρα ενέργειά μας απέβλεπε εις το να ζητήσωμεν να επιτραπή η οργάνωσις ταγμάτων τινών, διά να εμπνευσθή ο Λαός αίσθημα ασφαλείας (…) Αντί όλων τούτων επετράπη η οργάνωσις Τάγματος Φρουράς Αγνώστου Στρατιώτου μόνον»7.

Ωστόσο, εκτός από τη φανερή πλευρά Ι. Δ. Ράλλη – Γερμανών, στη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας» υπήρξε και η αθέατη, που γρήγορα έγινε εμφανής: Ο ρόλος που έπαιξαν στη συγκρότηση των δολοφονικών ταγμάτων πολλοί από τον αστικό πολιτικό κόσμο και φυσικά η Αγγλία. Πάντως, δίχως να σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλοι, είχαν αφήσει αποτυπώματα πριν τη συγκρότηση των ταγμάτων, συγχαίροντας τον Τσολάκογλου επί τη αναλήψει των καθηκόντων του. Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός είναι αποκαλυπτικότατος:

«… τρανωτάτην απόδειξιν του ότι πάντες ήθελον την ύπαρξιν Κυβερνήσεως αποτελεί η γνώμη των αρχηγών πολιτικών κομμάτων της Χώρας (…) κληθέντες παρ’ εμού εις το Πρωθυπουργικόν γραφείον (…) απεφάνθησαν πάντες ότι: Εθεώρουν προτιμοτέραν την Κυβέρνησιν από το Προτεκτοράτον. Επέδειξαν κατανόησιν της σοβαρότητος της πατριωτικής χειρονομίας που έκαμα και με ενεθάρρυναν εις το πατριωτικόν έργον (…)».8

Στις αθηναϊκές εφημερίδες της 9 και 10 Μάη 1941 («Ακρόπολις», «Καθημερινή», «Ελεύθερον Βήμα») αναφέρονται τα ονόματα των αστών πολιτικών που συναντήθηκαν με τον Τσολάκογλου:

Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς, Αλέξανδρος Οθωναίος, Δημήτριος Μάξιμος, Ντίνος Τσαλδάρης, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Βασίλης Δελιγιάννης, Γεώργιος Πεσματζόγλου, Γεώργιος Μερκούρης, Περικλής Ράλλης, Ιωάννης Σοφιανόπουλος, Στέφανος Στεφανόπουλος, Ντίνος Ροδόπουλος, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Σταύρος Κωστόπουλος, Κρείττων Δηλαβέρης κ.ά. και ο στρατηγός Δημήτριος Καθενιώτης, καθώς και σειρά καθηγητών του πανεπιστημίου.

«… Μετά τας συνομιλίας εδόθη εις τον Τύπον η κάτωθι επίσημος ανακοίνωσις: «… Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς»».9

Ωστόσο, δεν πήγαν μόνο αυτοί. Οπως κατέθεσε στη δίκη των δοσιλόγων ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Τζερμιάς«… απρόσκλητοι μετέβησαν περί τους 15 πολιτευόμενοι εις το γραφείον του Πρωθυπουργού και συγχαρέντες αυτόν, εδήλωσαν ότι είνε πρόθυμοι να τον συνδράμουν εις το δυσχερές, αλλά πατριωτικότατον έργον του»10.

Ομως, ο Γ. Τσολάκογλου συνεχίζει ακάθεκτος:

«ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΝΟΙ ΕΧΡΕΙΑΖΟΝΤΟ ΚΥΒΕΡΗΣΙΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΝ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ. Ευθύς ως διετύπωσα την απόφασίν μου να απομακρυνθώ της Αρχής, η Μυστική Υπηρεσία των Αγγλων επρότεινε εις τον ναύαρχον Οικονόμου ν’ αναλάβη την εξουσίαν, διότι θα της ήτο χρησιμώτερος από άλλους μνηστήρας. Ο ναύαρχος Οικονόμου κατέθεσεν ενώπιον του Δικαστηρίου τας συνθήκας υφ’ ας εβολιδοσκοπήθη υπό των κατακτητών διά την ανάληψην της πρωθυπουργίας και τους λόγους δι’ ους τελικώς δεν απεδέχθη (…). Εννέα μήνας μετά την παραίτησίν μου, η Μυστική εν Αθήναις των Βρεταννών Υπηρεσία, απετάθη προς εμέ διά προσώπου κοινής εμπιστοσύνης, διά να με ερωτήσει αν ήμην διατεθειμένος ν’ αναλάβω και πάλιν τον σχηματισμόν κυβερνήσεως (…). Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών η Ιταλία ηναγκάσθη να συνθηκολογήση ανακωχήν προς τους Συμμάχους (…). Τότε η Αγγλική Υπηρεσία και πάλιν απηυθύνθη προς εμέ (…). Τότε διετύπωσα την απορίαν μου, διά τίνα λόγον επροτίμων εμέ, ενώ ο κύριος Ράλλης ή οιοσδήποτε άλλος θα επροθυμοποιείτο εις την εξυπηρέτησίν των».11

Βεβαίως, τον Ράλλη οι Εγγλέζοι τον προτίμησαν στη συνέχεια. Η μεταγενέστερη μαρτυρία του επιτετραμμένου του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Αλτενμπούργκ έχει τη δική της αξία:

«… θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ο Ράλλης είχε δηλώσει επανειλημμένα σε μεταξύ μας συζητήσεις, ότι ανέλαβε το αξίωμα μετά από συνεννόηση με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου».12

Στο ίδιο πνεύμα και γράμμα και ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου αναφέρει:

«Η Κυβέρνησις Ι. Ράλλη σχηματίζεται (…) με την ρητήν συγκατάθεσιν των Αρχηγών των αστικών Πολιτικών Κομμάτων και την υποστήριξιν των αρχών κατοχής εις την Ελλάδα (…). Ακόμη και με την σιωπηράν έγκρισιν του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ και την σιωπηράν ανοχήν του Λονδίνου».13

Αποκαλύψεις στη δίκη

Στη δίκη των δοσιλόγων εξετάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και ο πρώην πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης (αρχηγός του Κόμματος Φιλελευθέρων). Ομως η κατάθεσή του ήταν κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης. Μεταξύ του Σοφούλη, του προέδρου του δικαστηρίου και του κατηγορούμενου Ράλλη, έγινε ο εξής χαρακτηριστικός διάλογος:

«ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο Τσολάκογλου και οι υπουργοί διευκόλυναν τον εχθρό;

ΣΟΦΟΥΛΗΣ: Δεν το ξέρω. Ημουν ξένος προς τας ενεργείας αυτάς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Διά την κυβέρνησιν Ράλλη; Μήπως ξέρετε υπό ποίας συνθήκας ανέλαβε;

ΣΟΦΟΥΛΗΣ: Δεν γνωρίζω. Δεν παρηκολούθησα καθόλου αυτό το ζήτημα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Διατί συνεκροτήθησαν τα Τάγματα Ασφαλείας;

ΣΟΦΟΥΛΗΣ: (…) Εγιναν διά να κτυπήσουν τα δήθεν τάγματα αντιστάσεως του ΕΑΜ. Διά της ιδρύσεώς των η κυβέρνησις ηθέλησε να εξασφαλίσει την δημοσίαν τάξιν(…).

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ετέθησαν όμως υπό τας διαταγάς των Γερμανών.

ΣΟΦΟΥΛΗΣ: Δεν το γνωρίζω.

ΡΑΛΛΗΣ: Σας επισκέφθηκε ποτέ ο διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πλυτζανόπουλος; (…) Τον γνωρίζατε, διότι ο διακεκριμένος αυτός αξιωματικός ανήκε στην παράταξίν σας.

ΣΟΦΟΥΛΗΣ: Οχι δεν τον γνωρίζω. Συμμετέσχον όμως εις τα Τάγματα Ασφαλείας πολλοί διακεκριμένοι του κόμματός μου αξιωματικοί.

Τέλος ο Σοφούλης λέει: Ο Ιωάννης Ράλλης δεν είχεν δολίαν πρόθεσιν (…) ενόμιζε ότι καταλαμβάνων την αρχήν μπορούσε να εμποδίσει τους Γερμανούς από την διάπραξιν πολλών κακών εις βάρος του λαού».14

Από μάρτυρας κατηγορίας που κλήθηκε, μετατράπηκε σε μάρτυρα υπεράσπισης και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος:

«Δεν φρονώ ότι τα τάγματα ασφαλείας έγιναν διά να ωφελήσουν τους Γερμανούς».15Απαντώντας στο αν χρησιμοποιήθηκαν από τον Παπανδρέου οι ταγματασφαλίτες τον Δεκέμβρη 1944, επικαλέστηκε «ότι το Αγγλικό στρατηγείο αρνήθηκε οπωσδήποτε τη συμμετοχή αυτή και ότι με την πληροφορία ότι αριθμός ανδρών των ταγμάτων διέφυγε από το στρατόπεδο διατάχθηκαν ανακρίσεις»!16

Ενώ ο Γ. Παπανδρέου ομολόγησε στην ίδια δίκη:

«Απεφασίσαμεν να οπλίσωμεν τους άνδρας των Ταγμάτων Ασφαλείας (…) διά την προσωπικήν των ασφάλειαν, διά να μη σφαγούν. Αυτό έγινεν από ανθρωπισμόν. Δεν τους μετεχειρίσθημεν όμως εις μάχας».17

Φυσικά τα «Τάγματα Ασφαλείας» χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του λαού και τον Δεκέμβρη 1944, όπως έγραψε και ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, τότε υφυπουργός Στρατιωτικών:

«Συνολικά υπήρχαν 27.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Χρησιμοποιήσαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους και οπωσδήποτε κανένα από τα σημαίνοντα στελέχη. Τους ντύσαμε και τους εξοπλίσαμε».18

Από την άλλη, ο Παπανδρέου προφασίστηκε άγνοια στην παρατήρηση του Ράλλη, ότι γνώριζε πως θα έφευγε για το Κάιρο και μάλιστα εγγυήθηκε προσωπικά γι’ αυτόν… Σε ποιους άραγε εγγυήθηκε; (…).

Πλήθος και άλλων αποκαλύψεων έγινε στη δίκη των δωσίλογων, όπως για παράδειγμα ότι ο Παπανδρέου, όντας πρωθυπουργός της ελληνικής κυβέρνησης στην Αίγυπτο, έστελνε από το Κάιρο όπλα στον Ζέρβα και στον Γρίβα (της «Χ») μέσω της κυβέρνησης Ράλλη, ενώ, πέρα από την προηγούμενη μαρτυρία του Τσολάκογλου και του Αλτενμπούργκ, κατατέθηκε και στη δίκη ότι στην πρωθυπουργία προώθησαν τον Ράλλη οι Εγγλέζοι κ.ά.

Νικόλαος Πλαστήρας

Στις προτάσεις του ταγματάρχη Γουάλλας βρισκόταν και ο Ν. Πλαστήρας. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Ν. Πλαστήρας βρισκόταν στη Νίκαια της Γαλλίας, απ’ όπου καθοδηγούσε τον ΕΔΕΣ. Ηταν ο ίδιος που κάλεσε το λαό σε υποταγή όταν τα γερμανικά στρατεύματα είχαν μπει το 1941 στην Ελλάδα και προχωρούσαν προς την Αθήνα, ενώ τότε είχε τοποθετηθεί υπέρ του σχηματισμού φιλογερμανικής κυβέρνησης «… Κι αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του Αξονος (όπερ απίθανον)»19.

Στην έκθεσή του, ο Γουάλλας αναφέρει για τον Πλαστήρα:

«… διαθέτει το μεγάλο προνόμιο να είναι αντικομμουνιστής και ταυτόχρονα συνδεδεμένος, στα μάτια της κοινής γνώμης, με τον αγώνα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Θα μπορούσε, λοιπόν, να γίνει ένας ιδιαίτερα πολύτιμος αντίθετος πόλος έλξης, απέναντι στην ευρεία αριστερή γοητεία του ΕΑΜ στην Ελλάδα (…). Ως προς την εξωτερική πολιτική, ο Πλαστήρας υπήρξε πάντοτε συνεπής αγγλόφιλος (…). Η αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού, μετά την απελευθέρωση, θα αντιμετωπίσει τρομακτικά προβλήματα και το μεγαλύτερο απ’ αυτά θα είναι ασφαλώς, τι θα γίνει με τους αντάρτες. (…) Θα είναι πολύ πιο εύκολο για τον Πλαστήρα, παρά για έναν βασιλόφρονα υπουργό ή στρατηγό, να την αντιμετωπίσει».20

Ο Πλαστήρας έγινε πρωθυπουργός στις αρχές του 1945 για να συμβάλει πρωταγωνιστικά στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, έχοντας στους εκπροσώπους της κυβέρνησης και τον σοσιαλιστή Ιωάννη Σοφιανόπουλο, υπουργό Εξωτερικών.

Επειδή η ιστορική έρευνα έχει ουσιαστική αξία στο βαθμό που διδάσκει, είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί από κάθε εργαζόμενο, ότι τα μάτια των αστικών κομμάτων είναι στραμμένα στο επαναστατικό κίνημα κι ας κουνάνε το δάχτυλο προς τη φασιστική Χρυσή Αυγή. Η αντιρατσιστική μεγαλοστομία τους δεν πρέπει να κρύβει ότι είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα στοχοπροσηλωμένοι στην υπεράσπιση του καπιταλιστικού συστήματος, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές τους.

Παραπομπές:

1. Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα, 1947, σελ. 59.

2. Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα, 1947, σελ. 42.

3. Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα, 1978, σελ. 385.

4. Σπύρου Γασπαρινάτου, Η ΚΑΤΟΧΗ, τ. Α΄, εκδ. Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, σελ. 222.

5. Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα, η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace – 1943, εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, Αθήνα, 2009, σελ. 138.

6. Πέτρου Ρούσου, Η μεγάλη πενταετία, τ. Α΄, Αθήνα, 1976, σελ. 509-510.

7. Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 176.

8. Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 165.

9. Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του 1934-’57, τ. Α΄, εκδ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ, ΑΘΗΝΑΙ, 1965.

10. Γεωργίου Κ.Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 166.

11. Γεωργίου Κ.Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 243-244.

12. Χάγκεν Φλάισερ, ΣΤΕΜΜΑ ΚΑΙ ΣΒΑΣΤΙΚΑ, τ. Α΄, εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, σελ. 31.

13. Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα, 1978, σελ. 384.

14. Νίκου Κ. Καρκάνη, Οι δοσίλογοι της κατοχής, Δίκες-Παρωδία, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1981, σελ. 73, 74, 75.

15. Ο.π. σελ. 67.

16. Ο.π. σελ. 64-65.

17. Ο.π. σελ. 87.

18. Πέτρου Ρούσου, «Η μεγάλη πενταετία», τ. Β΄, Αθήνα, 1978, σελ. 358.

19. «Η Καθημερινή», 14 Σεπτέμβρη 1997.

20. Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα, η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace – 1943, εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, Αθήνα, 2009, σελ. 144, 145, 146, 147.

 Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα «Ριζοσπάστης«