Tag Archives: Ε.Ε

Οικονομική ανάπτυξη και φτώχεια στην «ατμομηχανή της Ευρώπης»

της Σοφίας Καρατάκη

Στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια βαθιάς ύφεσης που κατάστρεψε το 1/3 της παραγωγικής βάσης, πληθαίνουν οι υποσχέσεις για ανάπτυξη ώστε να ανακάμψει η οικονομία. Είναι λογικό να ελπίζουμε ότι η ανάπτυξη θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας κι επομένως θα μειωθεί η ανεργία. Όπως για παράδειγμα στη Γερμανία. Εκεί όμως φαίνεται να συμβαίνει και κάτι άλλο, κάτι που αρχικά μοιάζει παράδοξο. Αν και τα ποσοστά ανεργίας μειώνονται, η φτώχεια συνεχίζει να αυξάνεται. Ανάπτυξη και φτώχεια δεν ακολουθούν αντίθετες πορείες. Το ποσοστό φτώχειας ανεβαίνει σχεδόν παράλληλα με την αύξηση της ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα βαθαίνει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Σε ιστορικό υψηλό η φτώχεια στην Ελλάδα της ύφεσης, αλλά σε ιστορικό υψηλό η φτώχεια και στη Γερμανία της μεγάλης ανάπτυξης. Το Βερολίνο, το Ντόρτμουντ και η Έσση είναι μερικές μόνον πόλεις με ποσοστά φτώχειας πάνω από 20%. (ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας) Την αναπτυξιακή μηχανή της Γερμανίας κινούν πάμφθηνα εργατικά χέρια, εργαζόμενοι με επισφαλείς σχέσεις εργασίας και αμοιβές τόσο χαμηλές που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τη ζωή τους. Η ύφεση και η ανάπτυξη είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ενός συστήματος που αφαιρεί εργασιακά δικαιώματα, οξύνει την φτώχεια και διευρύνει τις ανισότητες, που εξαθλιώνει τους εργαζόμενους για να πλουτίσουν ακόμα περισσότερο τα αφεντικά.

«Βουβά» θύματα αυτού του άδικου συστήματος είναι τα παιδιά και οι νέοι. Στην οικονομικά ισχυρή Γερμανία ζουν πάνω από 2,5 εκατομμύρια παιδιά σε συνθήκες φτώχειας, κατά μέσο όρο περίπου ένα στα τέσσερα. Τη θλιβερή πρωτιά κατέχει η Βρέμη με 33,7% (έρευνα του Οικονομικού και Κοινωνικοεπιστημονικού Ινστιτούτου του Ιδρύματος Μπέκλερ). Η παιδική φτώχεια συσχετίζεται άμεσα με τα χαμηλά εισοδήματα και την φτώχεια των γονέων. Η κυβέρνηση προσπαθεί να υποβιβάσει το θέμα … άλλωστε κατά την υπουργό Άμυνας φον ντερ Λέγιεν «σε μια πλούσια χώρα σαν τη Γερμανία, η φτώχεια είναι σχετική».

Πώς αντιμετωπίζει ένα παιδί τη «σχετική» φτώχεια του σε μια πλούσια χώρα σαν τη Γερμανία; Δείτε το βίντεο «Η φτώχεια ξέρει πολλές ιστορίες» (Armut kennt viele Geschichten).

[youtube  http://youtu.be/nWb0QeNG83c%5D

Ιδέα/Σκηνοθεσία: Isabel Prahl, Kάμερα/Μοντάζ: Maximilian Kaiser

Advertisements

«Καλή νομοθέτηση»: καλή για ποιον;

Της Χλόης Πετρίδου (Περιοδικό ΛΕΥΓΑ via mygranma)

To Μάρτη του 2012 ψηφίστηκε ο νόμος 4048/2012 με τίτλο ‘Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης.’ Ως αρχές της καλής νομοθέτησης ορίζονται η αναλογικότητα, η απλότητα του περιεχομένου των ρυθμίσεων, η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων, η διαφάνεια, η δυνατότητα υποβολής προτάσεων κατά την κατάρτιση των ρυθμίσεων, η δημοκρατική νομιμοποίηση και άλλα. Μέσα επίτευξης αυτών των αρχών, κατά το νόμο, αποτελούν ιδίως η διαβούλευση, η ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων, η αιτιολογική έκθεση των νόμων, η απλούστευση, η κωδικοποίηση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων εφαρμογής των ρυθμίσεων. Από μια πρώτη ανάγνωση, θα ‘λεγε κάποιος, πολύ ωραία και εύνομα όλα αυτά… Από την άλλη, θα μπορούσε να αναρωτηθεί, γιατί θυμηθήκαμε την καλή νομοθέτηση το 2012, μια χρονιά που η παραβίαση συνταγματικών διατάξεων αποτελούσε καθημερινή πραγματικότητα… Και ακόμα, γιατί χρειάζεται να θυμίσουμε με κοινό νόμο πράγματα που λέγονται ήδη στο Σύνταγμα, όπως ότι η νομοθεσία πρέπει να θεσπίζεται κατά κανόνα από τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή, ή ότι οι νόμοι δεν πρέπει να περιορίζουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα παρά μόνο στο μέτρο του αναγκαίου…

Προσπαθώντας να απαντήσει σε τέτοιες και άλλες απορίες, η παρούσα ανάλυση θα επικεντρωθεί σε δύο σημεία της ατζέντας της καλής νομοθέτησης: την ανάλυση συνεπειών (ο αγγλικός όρος ­Ιmpact Assessment­ μεταφράζεται αλλού ως εκτίμηση επιπτώσεων ή αξιολόγηση αντίκτυπου, αλλά κρατάμε εδώ τον όρο του νόμου 4048) και την απλούστευση. Τα δύο σημεία είναι αλληλένδετα, και αποτελούν κεντρικούς άξονες της ατζέντας της καλής νομοθέτησης στην ΕΕ όπου αναπτύχθηκε, πριν εισαχθεί (και) νομοθετικά στη χώρα μας.

Θεωρητικά, η ανάλυση συνεπειών αποτελεί ένα κείμενο συνοδευτικό των νόμων, που χρησιμεύει στην αξιολόγηση των επιπτώσεων διάφορων πολιτικών επιλογών, κι επιτρέπει έτσι στην κυβέρνηση να προβαίνει στη μια ή την άλλη επιλογή βασισμένη σε έγκυρα και επαρκή στοιχεία. Παράλληλα, επιτρέπει στο κοινοβούλιο να ελέγχει τις κυβερνητικές επιλογές και να προτείνει τροπολογίες με βάση τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ή, όπως στις ΗΠΑ, να επιβλέπει πώς η διοίκηση επιλέγει να εφαρμόσει ένα νόμο και αν ο τρόπος αυτός συνάδει με το σκεπτικό και το πλαίσιο που έθεσε το Κογκρέσο. Η απλούστευση, επίσης στη θεωρία, στοχεύει στην απάλειψη περιττών ρυθμίσεων ή διαδικασιών, στη γρηγορότερη εξυπηρέτηση των πολιτών κλπ.

Αφήνοντας όμως τη σφαίρα της θεωρίας, ας δούμε από πού μας έρχεται η ‘καλή νομοθέτηση’ ­ και τι δώρα φέρει… Κατ’αρχάς, ο όρος (στα αγγλικά, ‘καλύτερη νομοθέτηση’ – better regulation) εμφανίζεται κάπου στην Αγγλία του Τόνι Μπλερ τη δεκαετία του ’90. Οι πολιτικές που προωθούνται με αυτόν το μανδύα δεν διαφέρουν από αυτές της Θάτσερ του ’80 ­ απλώς η πολιτικά απονομιμοποιημένη ‘απορρύθμιση’ ντύνεται με… τριτοδρομικό φουστάνι. Το πρόγραμμα της καλής νομοθέτησης υπό τις κυβερνήσεις Μπλερ και Μπράουν περιελάμβανε την αναθεώρηση, απλοποίηση ή κατάργηση νομοθεσίας που θεωρούνταν ως επιβαρυντική για τις επιχειρήσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, ένας νόμος του 2001 έδινε τη δυνατότητα σε Υπουργούς με αποφάσεις τους, και χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου, να καταργούν διατάξεις υπάρχουσας νομοθεσίας εφόσον τις θεωρούσαν ‘φόρτο’. Το 2006 προστέθηκε ρητή διάταξη ότι ως ‘φόρτος’ εννοείται και κάθε εμπόδιο στην ‘αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα ή την κερδοφορία’[1].

Τα καλά Ευρώποις κτώνται

Η θεώρηση της νομοθεσίας ως ‘φόρτου’ έχει μακρά ιστορία στην ΕΕ και άλλους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ. Στην αρχή πιο δειλά, και τελευταία εντελώς ξεκάθαρα[2], η ατζέντα αυτή στοχεύει στην ‘απελευθέρωση’ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από το ‘βραχνά’ της νομοθεσίας, ιδίως αυτής που προστατεύει κάποιο δημόσιο συμφέρον (περιβαλλοντικοί όροι, διατάξεις εργατικού δικαίου, έλεγχος των εταιρικών βιβλίων κλπ). Όπως θα συζητηθεί στη συνέχεια, ‘απλούστευση’ στην ορολογία της ΕΕ σημαίνει απουσία νομοθετικών κανόνων ή κανόνες ‘φιλικούς’ προς τις εταιρίες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η ανάλυση επιπτώσεων, προνομιακό πεδίο δράσης των εταιρικών λόμπι και των ‘εμπειρογνωμόνων’ τους, επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην αριθμητική καταμέτρηση κόστους-οφέλους (βλέπε, έξοδα και κέρδη για τις επιχειρήσεις). Επιπλέον, γίνεται αυτή το κεντρικό πεδίο της (νομοθετικής, και πολιτικής) αντιπαράθεσης, αντικαθιστώντας και ναρκοθετώντας τις (όποιες) δημοκρατικές διαδικασίες και το δημόσιο διάλογο, εκεί όπου επιχειρήματα περί δημόσιου συμφέροντος θα είχαν καλύτερες πιθανότητες απέναντι σε γνώμες ‘ειδικών’ και καλοφτιαγμένες στατιστικές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου